αναδημοσιεύω


αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύω, αναδημοσίευσα βλ. πίν. 19

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναδημοσιεύω — δημοσιεύω εκ νέου, ξαναδημοσιεύω, επανεκδίδω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + δημοσιεύω. ΠΑΡ. αναδημοσίευση. Η λ. μαρτυρείται από το 1885 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • αναδημοσιεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος, επαναλαμβάνω τη δημοσίευση χωρίς αλλαγές: Η είδηση αναδημοσιεύτηκε και στις απογευματινές εφημερίδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναδημοσίευση — η η εκ νέου δημοσίευση μέσω τού τύπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναδημοσιεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • ανατυπώνω — (Α ἀνατυπῶ, όω) νεοελλ. ξανατυπώνω, επανεκδίδω, αναδημοσιεύω αρχ. 1. σφραγίζω πάλι 2. σχεδιάζω κάτι στη φαντασία μου …   Dictionary of Greek